Αγροτικοί Συνεταιρισμοί: μονόδρομος ή εναλλακτική για τη βιωσιμότητα του πρωτογενή τομέα;

Άρθρο του Βουλευτή Φθιώτιδας Θέμη Χειμάρα στην εφημερίδα "Παρασκήνιο".


Πολλές φορές αναρωτιόμαστε γιατί δεν έχουν κυριαρχήσει στις παγκόσμιες αγορές τα εξαιρετικά προϊόντα της ελληνικής γης.

Γιατί δεν καταναλώνουν όλοι τα υπέροχα ελληνικά φρούτα, τους ξηρούς καρπούς, τις ελιές, το ελαιόλαδο;

Γιατί ο ελληνικός αγροδιατροφικός τομέας δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί τα συγκριτικά του πλεονεκτήματα;


Αν θελήσουμε να αναζητήσουμε μία εξήγηση για την έλλειψη ανταγωνιστικότητας της ελληνικής αγροτικής παραγωγής, θα έρθουμε αντιμέτωποι με τα εξής προβλήματα:

1. Μικρό μέγεθος των αγροτεμαχίων: ο μέσος κλήρος στη χώρα μας είναι μόλις 66 στρέμματα ανά παραγωγό, σχεδόν το 1/3 του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

2. Χαμηλή παραγωγικότητα και μειωμένη ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών: η μικρή έκταση των εκμεταλλεύσεων οδηγεί σε ανεπαρκή μηχανοποίηση, αμυδρή χρήση νέων τεχνολογιών και σύγχρονου εξοπλισμού, με συνέπεια τη μικρή παραγωγικότητα.

3. Εξάρτηση από επιδοτήσεις: μικρή παραγωγικότητα σημαίνει πολύ χαμηλό εισόδημα από τις παραγωγικές διαδικασίες για τα αγροτικά νοικοκυριά, ενισχύοντας παράλληλα την εξάρτηση οικονομικής στήριξης των εκμεταλλεύσεων από επιδοτήσεις. 

4. Ανεπαρκής επαγγελματική εκπαίδευση και δυσμενής δημογραφία: ο ενεργός αγροτικός πληθυσμός είναι γερασμένος, αδυνατεί να προσελκύσει αρκετούς νέους ανθρώπους με αποτέλεσμα να λειτουργεί περισσότερο εμπειρικά και ολοένα λιγότερο στηριζόμενος στην επαγγελματική εκπαίδευση.

5. Αναποτελεσματική οργάνωση των μικρών αγροτικών εκμεταλλεύσεών και έλλειμα ανάπτυξης συνεργασιών των Ελλήνων αγροτών.


Είναι προφανές πως η αύξηση του βαθμού συνεργασίας στον αγροδιατροφικό τομέα μέσω συνεταιριστικών δομών, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίποδας στα προαναφερόμενα μειονεκτήματα του πρωτογενούς τομέα και να δημιουργήσει τις απαιτούμενες οικονομίες

κλίμακας, αντιμετωπίζοντας τη κατακερματισμένη ιδιοκτησία και ενισχύοντας την παραγωγική δραστηριότητα.

Τι συμβαίνει όμως και δεν ευδοκιμεί τελικά ο θεσμός του συνεταιρισμού;

Για ποιο λόγο, μόλις το 8% των ελληνικών προϊόντων διακινείται μέσα από συνεταιρισμούς, όταν το ίδιο ποσοστό στην ΕΕ βρίσκεται στο 49%;

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.


Στη χώρα μας το δικαίωμα του «συνεταιρίζεσθαι» κατοχυρώθηκε για πρώτη φορά στο Σύνταγμα του 1864. Ο πρώτος συνεταιρισμός ιδρύθηκε το 1900 και ο πρώτος νόμος που όρισε την υιοθέτηση του συνεταιριστικού θεσμού από το κράτος θεσπίστηκε το 1915.

Εκείνη τη χρονιά, στην Ελλάδα υπήρχαν 150 αγροτικοί συνεταιρισμοί. Μόλις 14 χρόνια αργότερα, είχαν φτάσει τους 5.186.

Ωστόσο, ως ένα εξαιρετικά επιτυχημένο μοντέλο κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης, δεν άργησε να προσελκύσει και πολιτικές παρεμβάσεις, οι οποίες ξεκίνησαν ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’30, και συνεχίζονται έως και σήμερα.

Στην έντονα κομματικοποιημένη δεκαετία του ‘80, ο χώρος των συνεταιρισμών άρχισε να αλλάζει ριζικά χαρακτήρα και να λαμβάνει και αυτός, έντονα κομματικά χαρακτηριστικά με νόμους, από το 1982 και 1985, οπότε και μετατοπίζεται η εστίαση των συνεταιρισμών από

την οικονομική επιτυχία στην πολιτική επιρροή.


Οι συνεταιρισμοί λειτουργούν πρωτίστως ως μηχανισμοί παραγωγής ψήφων και όχι ως υγιείς επιχειρηματικές μονάδες.

Καθόλου τυχαίες δεν είναι και οι διαρκείς αλλαγές στην κείμενη νομοθεσία, αν λάβει κανείς υπόψη ως τα τελευταία 106 χρόνια, αυτή έχει αλλάξει 14 φορές και έχει υποστεί περίπου 950 τροποποιήσεις. Την ίδια στιγμή, στη Γερμανία ισχύει λίγο-πολύ ακόμα, ο νόμος περί συνεταιρισμών που απέκτησε η χώρα το 1889.

Αναπόφευκτα λοιπόν η κακοδιαχείριση και η πολυνομία, οδήγησαν στη συσσώρευση χρεών, προκαλώντας ακόμα περισσότερες πολιτικές παρεμβάσεις για τη ρύθμισή τους.


Ενδεικτικά, το 2017 από τους 6.500 συνεταιρισμούς, μόνο οι 50 ήταν οικονομικά βιώσιμοι, με το χρέος τους προς τις τράπεζες, το Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία και σε πρόστιμα της ΕΕ, εξαιτίας παράνομων κρατικών ενισχύσεων, να αγγίζει το ιλιγγιώδες ποσό των 2,4 δις€.

Πέραν της κακοδιαχείρισης των συνεταιρισμών, η οποία κλόνισε το απαιτούμενο πνεύμα εμπιστοσύνης των παραγωγών σε αυτούς, αξίζει να τονιστεί πως το ίδιο το Κράτος, αποτέλεσε τροχοπέδη σε κάθε μορφή συνεργατικότητας.


Ο νόμος 4384/2016, επέφερε την υπέρογκη αύξηση της φορολογίας και των ασφαλιστικών εισφορών των αγροτών, εξωθώντας τους στην φοροδιαφυγή και στο παραεμπόριο, με τις διατάξεις του να καθιστούν σχεδόν απαγορευτική κάθε προσπάθεια σύμπραξης και συνεργασίας.

Ο πρόσφατος νόμος 4673/2020, της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας προσπάθησε, και καταφέρνει ως ένα σημείο, να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που κληροδότησε η προηγούμενη Κυβέρνηση.


Αν θέλουμε όμως να είμαστε ειλικρινείς, μα και χρήσιμοι, δεν αντιμετωπίζει με επάρκεια το πρόβλημα, δεν εδραιώνει το συνεργατισμό στον ελληνικό αγροτικό κόσμο.

Απαιτούνται σημαντικές δραστικές βελτιώσεις, τόσο στη νομοθεσία όσο και στη νοοτροπία των Ελλήνων αγροτών, προκειμένου να αλλάξουμε το μοντέλο παραγωγής και προώθησης των αγροτικών προϊόντων.


Και εδώ παραθέτω ορισμένες προτάσεις:

1. Να δοθεί στα ίδια τα μέλη των συνεταιρισμών, η δυνατότητα επιλογής της εσωτερικής τους δομής οργάνωσης και λειτουργίας, καθώς και της επιχειρησιακής τους κατεύθυνσης, υπό όρους διαφάνειας και χρηστής διοίκησης.

2. Να νομοθετηθούν ουσιαστικά οικονομικά κίνητρα πριμοδότησης της συμμετοχής των αγροτών σε συνεργατικά σχήματα. Η σταθερή φορολόγηση της αγροτικής οικονομίας με συντελεστή 10%, η κατάργηση της προκαταβολής φόρου εισοδήματος με την είσοδο σε ένα συνεταιρισμό, καθώς και η προνομιακή πρόσβαση σε προγράμματα για την αγορά γης, μηχανολογικού εξοπλισμού, μέσω του προγράμματος αγροτικής ανάπτυξης, με αυξημένο ποσοστό επιδότησης έναντι των εκτός συνεταιρισμών αγροτών, μπορούν να συνθέσουν τις πρώτες πολιτικές.

3. Σύνδεση των επιδοτήσεων με την βεβαιωμένη συμμετοχή των παραγωγών σε προγράμματα εκπαίδευσης της Ε.Ε., ιδίως αυτών που αφορούν στην κατάρτιση σχετικά με την γεωργία ακριβείας, τους τρόπους αύξησης, επέκτασης και εκσυγχρονισμού των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, αλλά και στα συστήματα διασφάλισης ποιότητας (AGRO, GLOBALGAP, ISO:22000, BRC, IFS), στη βιολογική γεωργία, στην κυκλική οικονομία, στην κλιματική αλλαγή και την αειφορική γεωργία.

4. Ενίσχυση του συστήματος ελέγχου του παραγόμενου εισοδήματος, μέσω της διασύνδεσης των υπηρεσιών των ΔΑΟΚ και ΚΕΠΠΥΕΛ της χώρας, για την τοπική παραγωγικότητα των συγκεκριμένων καλλιεργειών, καθώς και της πολλαπλής διασταύρωσης δεδομένων όλων των μηχανογραφικών συστημάτων που χρόνια τώρα υπάρχουν και λειτουργούν, ΟΣΔΕ, ΟΠΕΚΕΠΕ, ΕΛΓΑ, & ΤΑΧΙSΝΕΤ.

5. Ουσιαστική και συντεταγμένη στήριξη της πολιτείας, στην προσπάθεια ενίσχυσης της εξωστρέφειας των αγροτικών προϊόντων, μέσω της αξιοποίησης εθνικών και διεθνών δικτύων μάρκετινγκ και εμπορίας, όπως του ENTERPRISE GREECE. Η αυτοδιοίκηση και συγκεκριμένα οι αιρετές Περιφέρειες, έχουν δείξει τον δρόμο στην Πολιτεία, ενισχύοντας τη συμμετοχή των παραγωγών τους σε εκθέσεις τροφίμων και ποτών του εξωτερικού. Με απλά λόγια, αν η πολιτεία δια των προξενείων, μίσθωνε την αίθουσα ενός ξενοδοχείου στο Μόναχο για ένα Σαββατοκύριακο και συμμετείχαν με δικά του έξοδα 200 συνεταιρισμοί της Ελλάδας και 50 αγοραστές, το αποτέλεσμα θα ήταν άμεσο, στοχευμένο και ουσιαστικό.

6. Ενίσχυση της συνεργατικής κουλτούρας, η εισαγωγή σχετικών μαθημάτων αλλά και η υιοθέτηση συνεργατικών διαγωνιστικών εργασιών, σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες. Το μπράβο της δασκάλας στον μικρό Γιωργάκη, θα πρέπει, επιτέλους, να γίνει μπράβο στην Ομάδα, της οποίας μέλος είναι και ο Γιωργάκης.


Παγκοσμίως, οι συνεταιρισμοί αριθμούν πάνω από ένα δισεκατομμύριο μέλη και απασχολούν περίπου 279 εκατομμύρια εργαζόμενους, ενώ οι 300 μεγαλύτεροι, το 1/3 των οποίων είναι αγροτικοί, έχουν ετήσιο τζίρο της τάξης των 2,02 τρις $ ετησίως.

Εθελοτυφλούμε εάν δεν μπορούμε να αντιληφθούμε ότι το μέλλον των αγροτών βρίσκεται στο "μαζί" και όχι στο "εγώ".

Στρουθοκαμηλίζουμε, αν δεν βλέπουμε πως ο πρωτογενής τομέας, δεν έχει προοπτική χωρίς επιτυχημένους και λειτουργικούς συνεταιρισμούς.

Οι σωστά δομημένες συνεργατικές δομές, μπορούν και πρέπει αποτελέσουν την ατμομηχανή του πρωτογενή τομέα της χώρας, η οποία θα βγάλει ολόκληρο το κάρο της ελληνικής οικονομίας από το τέλμα της κρίσης που έχει βυθιστεί.

Αν θέλουμε λοιπόν η Ελλάδα να ανακτήσει τον χαρακτηρισμό της αγροτικής χώρας, η εμπέδωση της συνέργειας και του σωστού συνεργατισμού είναι μονόδρομος.

Μονόδρομος, μα και συνάμα ελπίδα.


Το άρθρο όπως δημοσιεύτηκε το Σάββατο 30.01.2021 στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ.